Το Μουντιάλ που ξεκινά δεν είναι απλώς ποδόσφαιρο, είναι η επιστροφή στην παιδική μας ηλικία και στα καλύτερα μας καλοκαιρία. Είναι η βεράντα των αναμνήσεων, η γεύση του παγωτού, η παγωμένη μπύρα, οι φίλοι που μεγάλωσαν και εκείνη η αλάνα όπου γινόμασταν ήρωες της Εθνικής μας ομάδας.

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή που ο χρόνος μοιάζει να αποκτά μια άλλη συναρπαστική διάσταση. Στιγμές που η καθημερινότητα κάνει ένα απαραίτητο βήμα πίσω για να αφήσει χώρο στο συναίσθημα, την ανάμνηση και την καθαρή, ανόθευτη χαρά. Σε λίγες ημέρες, η σέντρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα καθηλώσει εκατομμύρια μάτια σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Για τους περισσότερους από εμάς, όμως, αυτή η διοργάνωση δεν αποτελεί απλώς ένα αθλητικό γεγονός, μια στείρα καταγραφή στατιστικών και συστημάτων. Το Μουντιάλ είναι κάτι πολύ βαθύτερο, σχεδόν ιερό: είναι η παιδική μας ηλικία.

Είναι το απόλυτο καταφύγιο των αναμνήσεών μας, μια σταθερά σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Είναι η μυρωδιά του της γεύσης στο εξωχικό του παππού και της γιαγιάς, η γεύση ενός παγωτού που έλιωνε στα δάχτυλά μας, ο ήχος από το άνοιγμα μιας παγωμένης μπύρας στην εφηβεία και αργότερα, οι φωνές και οι καυγάδες με τις νεανικές μας παρέες. Πάνω απ’ όλα, είναι εκείνη η ορμή να βγούμε τρέχοντας στην αλάνα αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα, κρατώντας μια φθαρμένη μπάλα, υποδυόμενοι τους ήρωες των ονείρων μας

Το Σύμπαν της Βεράντας: Παγωτό, Μπύρα και η Τελετουργία του Καλοκαιριού

Για όσους μεγάλωσαν στις γειτονιές αυτής της χώρας, το Μουντιάλ δεν είναι συνδεδεμένο με χειμερινά παλτά και κλειστούς χώρους, ακόμα κι αν η συγκυρία στο προηγούμενο άλλαξε τα προγράμματα. Στο δικό μας συλλογικό υποσυνείδητο, το Μουντιάλ είναι «γραμμένο» με καλοκαιρινά χρώματα. Είναι το απόλυτο συνώνυμο των ανοιχτών παραθύρων, των τεντών που κατεβαίνουν για να κρύψουν τον απογευματινό ήλιο και της τηλεόρασης που μεταφέρεται –με χίλιες δυο πατέντες και μπαλαντέζες– έξω στο μπαλκόνι ή στη βεράντα.

Στα παιδικά μας χρόνια, η αντίστροφη μέτρηση για το Παγκόσμιο Κύπελλο ξεκινούσε ταυτόχρονα με το κλείσιμο των σχολείων. Η προσμονή ήταν διπλή. Το Μουντιάλ σήμαινε ότι οι γονείς θα έδειχναν μεγαλύτερη ανοχή στην ώρα που θα κοιμόμασταν, ότι οι νύχτες θα μεγάλωναν και ότι το ψυγείο θα είχε πάντα πολεμοφόδια.

Η απόλυτη ιεροτελεστία περιελάμβανε τον πατέρα ή τον παππού να επιστρέφει από τη δουλειά ή το περίπτερο κρατώντας το πολυπόθητο «οικογενειακό» παγωτό σε σχήμα κορμού ή εκείνους τους κλασικούς πυραύλους με τη σοκολάτα στο κάτω μέρος του χωνιού. Καθισμένοι σε πλαστικές καρέκλες κήπου ή σκηνοθέτη, με τα πόδια να κρέμονται και τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη, τρώγαμε το παγωτό μας προσπαθώντας να προλάβουμε το λιώσιμο από τη ζέστη, ακούγοντας τις φωνές των σπορκάστερ να αντηχούν από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Υπήρχε μια απίστευτη αίσθηση κοινότητας τότε.

Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδικά ρούχα αντικαταστάθηκαν από μεγαλύτερα νούμερα, οι υποχρεώσεις πολλαπλασιάστηκαν, αλλά το σκηνικό της βεράντας αρνήθηκε πεισματικά να πεθάνει. Απλώς εξελίχθηκε. Το παγωτό έδωσε τη θέση του στο χαρακτηριστικό, μεταλλικό «κλακ» από το άνοιγμα μιας παγωμένης μπύρας.

Η βεράντα έγινε το σημείο συνάντησης της παρέας μετά τη δουλειά ή το πανεπιστήμιο. Εκεί, ανάμεσα σε μπολ με πατατάκια, πίτσες που έφταναν στο ημίχρονο και μισοτελειωμένα ποτήρια, ξαναβρίσκαμε τους εαυτούς μας. Η μπύρα στο Μουντιάλ δεν είναι απλώς ένα ποτό, είναι το μέσο για να ξεχάσεις την κούραση της ημέρας, είναι η αφορμή για να τσουγκρίσεις με τον φίλο σου πανηγυρίζοντας ένα απίστευτο γκολ ή για να πνίξεις την απογοήτευση όταν η ομάδα που υποστήριζες αποκλειόταν στα πέναλτι. Αυτές οι καλοκαιρινές βραδιές στη βεράντα, με το μελτέμι να μας δροσίζει και το φως της τηλεόρασης να φωτίζει τα πρόσωπά μας, αποτελούν τις πιο σταθερές, γλυκές ψηφίδες του προσωπικού μας ημερολογίου.

Το Απόλυτο Καταφύγιο από την Πραγματικότητα

Γιατί όμως επιστρέφουμε πάντα στο Μουντιάλ με την ίδια παιδική ανυπομονησία; Η απάντηση κρύβεται στη λέξη καταφύγιο. Η ενήλικη ζωή είναι γεμάτη από ευθύνες, άγχη, λογαριασμούς, επαγγελματικές πιέσεις και μια καθημερινή ροή ειδήσεων που συχνά προκαλεί θλίψη ή αβεβαιότητα. Το Παγκόσμιο Κύπελλο, για έναν ολόκληρο μήνα, λειτουργεί σαν μια άτυπη, παγκόσμια εκεχειρία από τα προβλήματα.

Όταν ξεκινά το ματς, ο χρόνος παγώνει. Για 90 λεπτά συν τις καθυστερήσεις, ο κόσμος στενεύει και χωράει μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου. Δεν έχει σημασία τι εκκρεμότητες έχεις στη δουλειά σου αύριο το πρωί, ούτε ποιο πρόβλημα σε απασχολεί. Εκείνη τη στιγμή, το μόνο που έχει σημασία είναι αν ο επιθετικός θα προλάβει την έξοδο του τερματοφύλακα, αν το τείχος θα στηθεί σωστά, αν η μπάλα θα κάνει το χατίρι στην τροχιά της και θα καρφωθεί στο παραθυράκι.

Το Μουντιάλ μάς επιτρέπει να γίνουμε ξανά μονοδιάστατοι με την καλή έννοια. Μας δίνει το δικαίωμα να παθιαστούμε, να φωνάξουμε, να στενοχωρηθούμε για κάτι που, σε τελική ανάλυση, είναι απλώς ένα παιχνίδι, κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μοιάζει με το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Αυτή η προσωρινή απόδραση, αυτό το ασφαλές καταφύγιο της ψυχής, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μας κάνει η διοργάνωση κάθε τέσσερα χρόνια.

Από την Τηλεόραση στην Αλάνα: Το Θέατρο των Παιδικών μας Χρόνων

Αν υπήρχε μια στιγμή που η μαγεία του Μουντιάλ ξεπερνούσε τα όρια της οθόνης και γινόταν βίωμα, αυτή ήταν το σφύριγμα της λήξης των απογευματινών αγώνων. Το ματς δεν τελείωνε ποτέ για εμάς στην τηλεόραση, μεταφερόταν ολοζώντανο, στην αλάνα της γειτονιάς, στο στενό έξω από το σπίτι, στο τσιμεντένιο προαύλιο του σχολείου ή στην πλατεία. «Εγώ είμαι ο Ρονάλντο, εσύ ο Ζιντάν!».

Μόλις ο διαιτητής σφύριζε τη λήξη, μια εσωτερική δύναμη μας πετούσε έξω από το σπίτι. Αρπάζαμε μια μπάλα, συνήθως μια μισοξεφούσκωτη από το μίνι μάρκετ ή μια αερόμπαλα που άλλαζε πορεία με τον παραμικρό αέρα και τρέχαμε να συναντήσουμε τους υπόλοιπους. Δεν χρειαζόταν συνεννόηση, ξέραμε ότι θα είναι όλοι εκεί.

Σε εκείνα τα αυτοσχέδια γήπεδα, το θέατρο των ονείρων μας έστηνε την δική του παράσταση. Η διανομή των ρόλων γινόταν μέσα σε δευτερόλεπτα και βασιζόταν στο τι είχαμε μόλις δει στην τηλεόραση:

«Εγώ είμαι ο Ρονάλντο (ο αυθεντικός της μεγάλης Ίντερ) και θα σας περάσω όλους!»«Εγώ είμαι ο Ροναλντίνιο και θα κάνω ελαστικό!»«Εγώ είμαι ο Μπάτζιο!».«Εγώ είμαι ο Μέσι!» για τους νεότερους.

Το Όνειρο της Εθνικής Ομάδας

Όμως, η απόλυτη κορύφωση του παιχνιδιού ερχόταν όταν αποφασίζαμε να παίξουμε «διπλό» αναπαριστώντας τις εθνικές ομάδες. Και φυσικά, όλοι θέλαμε να είμαστε η Εθνική μας ομάδα. Φανταζόμασταν τους εαυτούς μας να φορούν τα γαλανόλευκα, να μπαίνουν στο γήπεδο καταχειροκροτούμενοι από χιλιάδες κόσμο και να ακούν τον εθνικό ύμνο.

Τα δοκάρια μας ήταν δύο πέτρες, δύο σχολικές τσάντες ή δύο ζακέτες πεταμένες κάτω. Οι γραμμές του γηπέδου ήταν νοητές και οι καβγάδες για το αν η μπάλα πέρασε άουτ ή αν ήταν φάουλ κρατούσαν περισσότερο από το ίδιο το παιχνίδι. Όμως, όταν κάποιος κατάφερνε να σκοράρει, η αποθέωση ήταν πραγματική. Τρέχαμε με τα χέρια ανοιχτά σαν αεροπλανάκια, γλιστρούσαμε στα γόνατα πάνω στο χώμα ή το τσιμέντο, αδιαφορώντας για τις γρατζουνιές, τα ματωμένα γόνατα και τα σκισμένα ρούχα που θα έφερναν τη γκρίνια της μητέρας αργότερα.

Σε εκείνες τις αλάνες, μέσα από το παιχνίδι, νιώθαμε ελεύθεροι, ανίκητοι και σπουδαίοι. Ζούσαμε το δικό μας Μουντιάλ, και η κούπα που σηκώναμε στο τέλος της βραδιάς, καθώς άρχιζε να σκοτεινιάζει και οι μανάδες μας φώναζαν από τα μπαλκόνια για να μπούμε μέσα, ήταν η ίδια η παιδική μας ευτυχία.

Οι Νεανικές Παρέες και οι Σταθμοί της Ζωής μας

Αν καθίσει κανείς να ξεφυλλίσει το βιβλίο της ζωής του, θα συνειδητοποιήσει κάτι εντυπωσιακό. Οι πιο έντονες αναμνήσεις μας, οι σταθμοί της πορείας μας προς την ενηλικίωση, είναι συχνά χωρισμένοι σε «Μουντιαλικές τετραετίες». Κάθε διοργάνωση αποτελεί το φόντο πάνω στο οποίο γράφτηκε μια συγκεκριμένη περίοδος της ζωής μας, συνδεδεμένη άρρηκτα με τις νεανικές μας παρέες.

Το Μουντιάλ λειτουργεί ως ένας συναισθηματικός μεγεθυντικός φακός για τις φιλίες μας. Θυμόμαστε με ποιους ήμασταν μαζί, πού μέναμε, ποια ήταν τα όνειρά μας σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή.

Καθώς κοιτάζουμε πίσω, βλέπουμε τις παρέες μας να αλλάζουν σχήμα. Κάποιοι φίλοι χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, κάποιοι μετανάστευσαν, άλλοι απορροφήθηκαν από τη δική τους καθημερινότητα και τις οικογένειές τους. Όμως, όταν έρχεται η στιγμή του Μουντιάλ, ένα αόρατο νήμα μας συνδέει ξανά όλους. Ένα μήνυμα σε μια ομαδική συνομιλία, μια αναφορά σε εκείνο το χαμένο πέναλτι ή σε εκείνη τη βραδιά που είχαμε μαζευτεί 15 άτομα σε ένα σαλόνι, μπαλκόνι ή μία βεράντα, αρκεί για να σβήσει τα χρόνια και τις αποστάσεις.

Η Μνήμη που δεν Ξεθωριάζει: Μια Κληρονομιά Συναισθημάτων

Το ποδόσφαιρο έχει κατηγορηθεί για την εμπορευματοποίησή του, για τη βιομηχανία δισεκατομμυρίων που έχει στηθεί γύρω του, για τα σκάνδαλα και τις σκοτεινές του πλευρές. Όλα αυτά είναι αλήθεια και δεν πρέπει να τα παραβλέπουμε. Όμως, η ομορφιά του Μουντιάλ έγκειται στο ότι καταφέρνει, έστω και για λίγο, να εξαγνίζει το άθλημα μέσα από τα μάτια των θεατών.

Η μνήμη του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν ξεθωριάζει επειδή είναι φτιαγμένη από υλικά που αντέχουν στον χρόνο. Δεν θυμόμαστε μόνο τα γκολ, θυμόμαστε το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα ζήσαμε.

Θυμόμαστε τη γιαγιά μας να απορεί γιατί φωνάζουμε για έντεκα ξένους που τρέχουν. Θυμόμαστε τη μάνα μας να φέρνει καρπούζι κομμένο σε κύβους στο ημίχρονο για να μας δροσίσει. Θυμόμαστε την αγκαλιά με τον πατέρα μας σε ένα ιστορικό γκολ, μια αγκαλιά που ίσως στην καθημερινότητα να την ανταλλάσσαμε δύσκολα.

Αυτές οι στιγμές είναι η πραγματική κληρονομιά του Μουντιάλ. Είναι οι ιστορίες που θα διηγηθούμε αύριο, μεθαύριο στα δικά μας παιδιά, προσπαθώντας να τους εξηγήσουμε γιατί εκείνη η παλιά, φθαρμένη φανέλα ή εκείνο το γεμάτο άλμπουμ έχουν για εμάς μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε ακριβό αντικείμενο.

Η Σέντρα Ξεκινά και Πάλι, Ας Γίνουμε Ξανά Παιδιά

Σε λίγες ημέρες, τα φώτα των προβολέων θα ανάψουν, οι εθνικοί ύμνοι θα αντηχήσουν στα υπερσύγχρονα στάδια και η μπάλα θα κυλήσει ξανά στο χορτάρι. Τα πάντα γύρω μας μπορεί να φαίνονται διαφορετικά, το ποδόσφαιρο είναι πιο γρήγορο, η τεχνολογία έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, οι αναλύσεις γίνονται με εντυπωσιακά γραφικά.

Όμως, η ουσία παραμένει ακριβώς η ίδια, αναλλοίωτη. Η καρδιά του Μουντιάλ δεν χτυπάει στα VIP θεωρεία των γηπέδων, αλλά στις δικές μας βεράντες, στα δικά μας μπαλκόνια, στα καφενεία και στις αλάνες που ακόμα επιμένουν να υπάρχουν.

Αυτή η νέα διοργάνωση που ξεκινά, είναι άλλη μια ανοιχτή πρόσκληση. Μια πρόσκληση να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τον κυνισμό της ενήλικης ζωής, τις σκοτούρες και το άγχος. Μας δίνεται ξανά η ευκαιρία, για έναν μήνα, να γίνουμε για λίγο παιδιά.

Ας ετοιμάσουμε λοιπόν το σκηνικό. Ας καθαρίσουμε τη βεράντα, ας βάλουμε τις μπύρες και τα παγωτά στο ψυγείο, ας πάρουμε τηλέφωνο εκείνους τους παλιούς φίλους που έχουμε να τους μιλήσουμε καιρό. Κι όταν η μπάλα στηθεί στη σέντρα και ακουστεί το πρώτο σφύριγμα του διαιτητή, ας αφεθούμε στη μαγεία.

Κλείστε για μια στιγμή τα μάτια στο ημίχρονο. Ακούστε τον ήχο της γειτονιάς. Ίσως, αν προσπαθήσετε πολύ, να μυρίσετε ξανά εκείνο τη μυρωδιά των παιδικών σας χρόνων και να δείτε τον εαυτό σας, με ματωμένα γόνατα στην αλάνα, να σκοράρει το γκολ της ζωής του φορώντας τη φανέλα της Εθνικής.

Καλό Μουντιάλ σε όλους, και καλή επιστροφή στην παιδική μας ηλικία!

Από admin-Sentra

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *